Στη γειτονιά του, στον Λόφο Αξιωματικών, επιστρέφει αποκλειστικά για το «Α.Π.» ο σπουδαίος Παραολυμπιονίκης του Μπότσια, Γρηγόρης Πολυχρονίδης. Ένας αθλητής που έχει συνδέσει το όνομά του με την κορυφή, κατακτώντας πριν από λίγες μέρες για 23η φορά τον τίτλο του πρωταθλητή Ελλάδας και γράφοντας τη δική του ξεχωριστή ιστορία στον ελληνικό αθλητισμό. Με χρυσά, ασημένια και χάλκινα μετάλλια σε Παραολυμπιακούς Αγώνες, αλλά και με αμέτρητες στιγμές αγώνα, επιμονής και υπέρβασης, αποτελεί σημείο αναφοράς για το Μπότσια και πηγή έμπνευσης για χιλιάδες ανθρώπους. Σε μια συνέντευξη με ιδιαίτερο συμβολισμό, μιλά για τις αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια, τη διαδρομή προς τις μεγάλες επιτυχίες, τα συναισθήματα που τον συνοδεύουν σήμερα και τα όνειρα που εξακολουθούν να τον οδηγούν στο μέλλον.
----Γρηγόρη βρισκόμαστε στη γειτονιά όπου ξεκίνησαν όλα. Όταν κοιτάζεις τον Λόφο Αξιωματικών και τη διαδρομή από αυτά τα στενά μέχρι τα Παραολυμπιακά μετάλλια, τι σε κάνει να νιώθεις περισσότερο περήφανος;»
«Η αλήθεια είναι ότι τώρα που είμαστε εδώ στην πλατεία του Λόφου Αξιωματικών, θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια. Παιδί δημοτικό, καλοκαίρια, και πραγματικά κοιτάζοντας το τότε και το τώρα, είμαι περήφανος που πέτυχα στους στόχους μου.
Πρώτος στόχος ήταν να πάω στην Αθήνα το 2004 στους Παραολυμπιακούς αγώνες και τα κατάφερα. Όταν πήγα εκεί εντυπωσιάστηκα τόσο πολύ, ήθελα επιτυχίες. Και τα κατάφερα. Από τότες 6 Παραολυμπιάδες, 7 Παραολυμπιακά μετάλλια, πέντε συνεχόμενες Παραολυμπιάδες με τουλάχιστον ένα κερδισμένο μετάλλιο που είναι και ρεκόρ για Έλληνα αθλητή είτε σε Ολυμπιακούς ή σε Παραολυμπιακούς Αγώνες. Και συνεχίζω δυνατά».
---Ποιες εικόνες, πρόσωπα και στιγμές από τα παιδικά σου χρόνια έρχονται αμέσως στο μυαλό όταν βρίσκεσαι ξανά εδώ;
«Θα σας κάνει έκπληξη, αλλά επειδή ακριβώς εδώ είναι το φροντιστήριο Αγγλικών μου, θυμάμαι απευθείας τη δασκάλα των Αγγλικών, την κυρία Μαρεβελάκη. Και βέβαια όλα τα παιδιά που παίζαμε εδώ στη πλατεία, παιδικούς μου φίλους. Είναι αυτό. Είναι πολύ συνδεδεμένο με τα παιδικά μου χρόνια. Ακόμα και τους γονείς μου, τους έχω στο μυαλό όπως ήταν τότε».
---Πόσο πιστεύεις ότι η γειτονιά και οι άνθρωποί της διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα και την πορεία σου;
«Σίγουρα οι άνθρωποι που είχα γύρω μου πάντα με ενθάρρυναν και με έκαναν να πιστέψω στις δυνατότητες και στις ικανότητες μου. Οπότε αυτό ήταν πάρα πολύ σημαντικό, ξεκινώντας από τον πατέρα μου και τη μητέρα μου. Θυμάμαι τον πατέρα μου πάντα να μου λέει «Μην φοβάσαι τίποτα». Θυμάμαι τη μητέρα μου να μου λέει «Να είσαι πάντα δυνατός, να δουλεύεις για αυτά που θες να πετύχεις και να τα πετύχεις». Και πάντα οι άνθρωποι που είχα δίπλα μου δεν θυμάμαι κάποιον ποτέ να μου πει «Δεν θα τα καταφέρεις». Πάντα θυμάμαι μου έλεγαν «Προσπάθησε, δούλεψε και όλα θα βγούνε». Η δασκάλα μου με τον αείμνηστο σύζυγό της, τον μέντορά μου. Η κ. Σπίγκου και ο κ. Μπάκας. Πάρα πολύ μεγάλη υποστήριξη. Πολύ μεγάλη ενθάρρυνση. Γιατί ό,τι δύναμη και αν έχεις, αν δεν έχεις κάποιον δίπλα σου να σου λέει «Προχώρα», θα τα καταφέρεις», ίσως να μην πετύχεις τα όνειρά σου».
---Αν μπορούσες να συναντήσεις σήμερα τον μικρό Γρηγόρη που μεγάλωνε εδώ, τι θα του έλεγες;
«Αν έβλεπα τον μικρό Γρηγόρη, θα του έλεγα αυτό που μου έλεγε ο πατέρας μου. «Μην φοβάσαι τίποτα». Γιατί σίγουρα ως μικρό παιδί και με την βαριά κινητική αναπηρία που είχα, η ανασφάλεια για το πώς θα τα καταφέρω στη ζωή μου ήταν τεράστια. Από το ποιο βασικά το πώς θα επιβιώσεις μέχρι και το τι καριέρα θα κάνεις, αλλά το πιο τρομακτικό το πώς θα επιβιώσεις όταν δεν μπορείς να φροντίσεις καν ο ίδιος τον εαυτό σου, ήταν τρομακτικό. Και βλέποντας σήμερα πλέον που είμαι στις 45, που έχω οικογένεια, έχω παιδί, έχω καταφέρει όλα αυτά που έβαλα στόχο, νομίζω αυτό, μην φοβάσαι, δούλεψε σκληρά και όλα θα γίνουν».
---Θυμάσαι τη στιγμή που ο αθλητισμός μπήκε ουσιαστικά στη ζωή σου; Πώς ξεκίνησε αυτό το ταξίδι;
«Με τον αθλητισμό ασχολούμαι όσο θυμάμαι τον εαυτό μου. Απλά σαν θεατής. Ακόμα και όταν πήγαιναν, ας πούμε, οι φίλοι μου να παίξουν Μπάσκετ ή κάτι άλλο, πήγαινα και εγώ μαζί τους να παρακολουθήσω. Ήξερα τα πάντα, από ποδόσφαιρο, μπάσκετ, Ολυμπιακούς αγώνες.. Με την Αθήνα 2004, άλλαξαν όλα όχι μόνο σε μένα αλλά και στην ελληνική κοινωνία. Ο Παραολυμπισμός ήρθε στην Ελλάδα, οπότε έμαθα ότι υπάρχει ένα άθλημα και για μένα. Εκεί, λοιπόν, ευτυχώς κινήθηκα πολύ δυναμικά. Δηλαδή, η Αθήνα 2004 ήταν ο μεγάλος στόχος ζωής και έβαλα όλες μου τις δυνάμεις να καταφέρω να συμμετάσχω. Κι αυτή η συμμετοχή πλέον με άνοιξε τον δρόμο για τη συνέχεια».
---Πότε κατάλαβες ότι το Μπότσια δεν θα ήταν απλώς ένα άθλημα, αλλά ένας δρόμος που θα σε οδηγούσε σε κορυφαίες διακρίσεις;
«Με το που συμμετείχα στο Αθήνα 2004 και βγήκα έκτος. Ενώ την προηγούμενη χρονιά, που ήταν η πρώτη μου διεθνή διοργάνωση, ήμουνα 37ος. Το άλμα λοιπόν, αυτό από το 37 στο 6, το βάζω στις κορυφαίες μου διακρίσεις. Αυτή η τεράστια εκτίναξή που έδειξε ότι μπορώ να τα καταφέρω. Κατάλαβα ότι μπορώ να πετύχω υψηλές διακρίσεις. Οπότε όλες οι προτεραιότητες πλέον γύρισαν προς την αθλητική πορεία και μαζί και του πατέρα μου και τον νονό μου, που ήταν δίπλα μου πάντα. Σταμάτησε μέχρι τη δουλειά του ο πατέρας μου γιατί αγωνιζόμασταν μαζί. Για να μπορούμε να δουλέψουμε σκληρά και να φτάσουμε τελικά στην κορυφή του κόσμου».
---Έχεις αναδειχθεί πρωταθλητής Ελλάδας 23η φορές. Τι σημαίνει για εσένα αυτή η συνέπεια στην κορυφή επί τόσα χρόνια;
«Περηφάνεια, γιατί είναι πολύ μεγάλο αυτό το διάστημα. Έχω δει τόσους αθλητές να έρχονται και να φεύγουν που πραγματικά αισθάνομαι περήφανος που μπορώ και εξελίσσομαι κάθε φορά. Αν είσαι στάσιμος, τελείωσες. Ο Θεός να με έχει καλά να μπορώ να καινοτομώ και να είμαι πάντα στην κορυφή. Σε κάθε αγώνα προσπαθώ να φέρω κάτι καινούριο προσπαθώ να κάνω κάτι που θα με κάνει πιο δυνατό και τα καταφέρνω. Το πιο εύκολο είναι να κάνεις ένα ξεπέταγμα να πάρεις κάτι και μετά να πέσεις».
----Μετά από τόσες κατακτήσεις, τι είναι αυτό που εξακολουθεί να σου δίνει κίνητρο να προπονείσαι και να αγωνίζεσαι;
«Τρώγοντας ανήκει η όρεξη εδώ, έτσι απαντάω. Όσο περισσότερο πετυχαίνεις από τη στιγμή που δεν είσαι ακόμα στη φάση να σταματήσεις, τόσο περισσότερο μετά αναγκάζεσαι να γίνεσαι και καλύτερος. Γιατί πρώτα απ' όλα έχεις πλέον και το άγχος. Δηλαδή κάποιος που έρχεται απλά να παίξει μαζί σου και να χάσει δεν έγινε τίποτα, ενώ άμα κερδίσει είναι ο ήρωας. Ενώ για σένα είναι το αντίθετο. Εσύ και να κερδίσεις δεν έγινε τίποτα. Άμα χάσεις όμως; Οπότε αυτό σου δίνει ένα κίνητρο να είσαι ακόμα πιο δυνατός για να μπορείς να συνεχίσεις».
---- Έχεις κατακτήσει χρυσά, ασημένια και χάλκινα μετάλλια σε Παραολυμπιακούς Αγώνες. Υπάρχει κάποιο από αυτά που έχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά σας και γιατί;
«Τρεις είναι οι σταθμοί για εμένα. Ο πρώτος είναι η 6η θέση στην Ολυμπιάδα της Αθήνας. Ο δεύτερος είναι το χρυσό μετάλλιο στο Λονδίνο, στους παραολυμπιακούς αγώνες γιατί είναι ό,τι ψηλότερο μπορείς να πετύχεις σαν αθλητής γενικότερα. Και ο τρίτος το παγκόσμιο πρωτάθλημα το 2018 στο Λίβερπουλ γιατί είναι οι ίδιες τις δυσκολίες όπως με τους Παραολυμπιακούς. Είναι πάλι οι καλύτεροι παίχτες και είναι και περισσότεροι. Και πήρα δύο χρυσά μετάλλια και το πιο σημαντικό είναι ότι κέρδισα μετά από ένα συγκλονιστικό παιχνίδι τον μεγαλύτερο αντίπαλο της καριέρας μου, τον Κορεάτη, ο οποίος με είχε κερδίσει στο Ρίο».
--- Ο Δήμος Περιστερίου πόσο σε έχει βοηθήσει σε όλη αυτή τη διαδρομή;
«Ο Δήμος Περιστερίου και προσωπικά ο δήμαρχος, Ανδρέας Παχατουρίδης, έχουν συμβάλει τα μέγιστα στην αθλητική μου πορεία, καθώς προπονούμαι 6 ώρες κάθε μέρα στο Ολυμπιακό Γυμναστήριο Πυγμαχίας στο Περιστέρι. Χάρη σε αυτόν το χρόνο που έχω για να κάνω την προπόνησή μου μπορώ και διατηρώ τη βέλτιστη αθλητική μου κατάσταση».
----Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή της αθλητικής σου διαδρομής και πώς κατάφερες να την ξεπεράσεις;
«Είναι η καθημερινότητα. Είναι να ξεπερνάω τους πόνους της προπόνησης, την ταλαιπωρία, την κούραση. Αυτό το ίδιο ξανά και ξανά. Δηλαδή πρέπει κάθε μέρα να κάνεις τα ίδια πράγματα με μια καινοτομία όμως. Δηλαδή πρέπει κάθε μέρα να αποδείξεις και κάτι παραπάνω. Να βρεις και κάτι. Να δημιουργήσεις κάτι. Και όταν πλέον είσαι 25 χρόνια σε αυτό είναι δύσκολο να βρίσκεις. Και κουράζει και πολύ σωματικά δηλαδή».
---- Πώς έχει αλλάξει ο Γρηγόρης Πολυχρονίδης ως άνθρωπος μέσα από τις επιτυχίες, αλλά και τις αποτυχίες;
«Μέσα από τις επιτυχίες η αλλαγή που έρχεται είναι ότι αναγνωρίζεις, δικαιώνεσαι και εκτιμάς τις επιλογές που έχεις κάνει και σε έφεραν σε αυτές τις επιτυχίες και βλέπεις το τι σε οδήγησε σωστά. Αντίστοιχα, μέσα από τις αποτυχίες βλέπεις τα λάθη σου. Και τα λάθη σου πολλές φορές είναι πιο σημαντικά να τα δεις για να μπορείς διορθώσεις και να γίνεις πιο δυνατός γιατί τα δυνατά σημεία ούτως ή άλλως είναι δυνατά σημεία. Το θέμα είναι να βρεις ποια είναι τα αδύναμα σου σημεία δηλαδή που θα χτυπήσει σε εσένα ο αντίπαλος για να σε κερδίσει και να τα διορθώσεις και αυτά. Και πράγματι έχει αποδειχτεί ότι μετά από αποτυχίες έρχονται και οι μεγάλες επιτυχίες».
---- Κοιτάζοντας πίσω ποιο είναι το συναίσθημα που κυριαρχεί περισσότερο: υπερηφάνεια, συγκίνηση, δικαίωση ή κάτι άλλο;
«Και η περηφάνεια και η συγκίνηση και η δικαίωση και ένα σωρό άλλα πράγματα είναι τα συναισθήματα. Η μεγαλύτερη υπερηφάνεια είναι όταν είσαι στο βάθρο, στην πρώτη θέση με την ελληνική σημαία να σηκώνεται ψηλά και να ακούς τον Εθνικό Ύμνο. Το ίδιο πάλι περήφανη στιγμή της ζωής μου ήταν όταν ήμουν σημαιοφόρος στην τελετή έναρξη των Παραολυμπιακών Αγώνων το 2016 στο Ρίο. Μπορώ να σας πω ότι έχω κλάψει περισσότερες φορές για ένα χρυσό μετάλλιο παρά για μια ήττα ή μια αποτυχία».
--- Η γυναίκα σου Κατερίνα είναι συνοδοιπόρος σε αυτό το ταξίδι που έχει συνεπιβάτη και την κορούλα σας. Είναι μια πηγή έμπνευσης;
«Με την Κατερίνα είμαστε ένα, μια οντότητα τόσο στη ζωή όσο και στον αθλητισμό. Για όσους δεν ξέρουν με την Κατερίνα αγωνιζόμαστε μαζί. Έχει τα ίδια δικαιώματα με του αθλητή. Η κόρη μας, είναι πάντα μαζί μας, από τεσσάρων μηνών έρχεται μαζί μας σε όλους τους αγώνες. Τη θυμάμαι το 2021 στο Τόκιο να πηγαίνω παράταση στον ημιτελικό και να ακούω το κλάμα μας. Είναι τεράστια δύναμη. Την επόμενη μέρα παίζω τελικό. Ξαναπηγαίνω παράταση. Προσπαθώ να ακούσω. Δεν ακούω τίποτα. Και έχασα τον αγώνα. Σίγουρα δεν έχασα για αυτό. Αλλά έχει μείνει έτσι λίγο σαν στοιχείο μέσα μου που με συγκινεί».
-----Πώς νιώθεις όταν συνειδητοποιείς ότι αποτελείς πρότυπο για νέους αθλητές και για ανθρώπους που δίνουν καθημερινά τις δικές τους ξεχωριστές μάχες;
«Το πιο σημαντικό για μένα σαν έργο είναι να δώσεις το παράδειγμα. Να πάρω ένα μετάλλιο και απλά να το κρύψω σπίτι μου δεν λέει κάτι. Ξέρετε τι έχει σημασία; Τυχαία να πω έναν αριθμό. Δέκα παιδιά με αναπηρία να δούνε τι έχει πετύχει ο Γρηγόρης και να πουν ότι μπορώ κι εγώ. Να πάρουν θάρρος. Να δουλέψουν να μην τα παρατήσουν. Ήδη εγώ το έχω κάνει στόχο μου. Να μπω στα σπίτια τους και να τους πω «παιδιά μην τα παρατάτε ό,τι κι αν σας έρθει». Όσο μεγαλύτερο το εμπόδιο, τόσο πιο δυνατοί θα γίνετε».
--- Έχεις σκεφτεί αν υπάρχει κάποια «ημερομηνία λήξης» στην αγωνιστική σου πορεία ή προτιμάς να το βλέπεις χρόνο με τον χρόνο;
«Σίγουρα δεν μπορείς να προβλέψεις την ημερομηνία λήξης. Και όπως λένε, όταν ο άνθρωπος προγραμματίζει ο Θεός γελάει. Λοιπόν, αλλά εγώ αυτό που έχω βάλει σαν στόχο είναι το να αγωνιστώ και να κερδίσω κι ένα μετάλλιο σε Παραολυμπιακούς αγώνες με την κόρη μου Βαλεντίνα, η οποία είναι πέντε. Υπολογίζω περίπου στα δεκαπέντε της να μπορεί να το κάνει αυτό. Αυτός είναι ο στόχος».
---Αν αποφασίσεις να αποσυρθείς από τους αγώνες, με ποιον τρόπο θα θέλατε να παραμείνεις κοντά στον αθλητισμό και στο Μπότσια;
«Από τη στιγμή που το άθλημα δεν έχει όριο ηλικίας δεν είναι ότι θα σταματήσω σαν αθλητής και να πάω σαν προπονητής. Θεωρώ ότι όσο θα είμαι στο πρωταθλητισμό θα είμαι σαν αθλητής. Δεν θα αλλάξω ρόλο. Όταν σταματήσω αυτό που θα με ενδιαφέρει να κάνω είναι το να στραφώ προς τα παιδιά. Γιατί με ενδιαφέρει πολύ το αύριο. Δηλαδή όλη αυτή τη γνώση και την εμπειρία που έχω λάβει θα ήθελα να την μεταλαμπαδεύσω στα παιδιά στη νέα γενιά. Οπότε ίσως με κάποια ακαδημία ή κάτι για να χτίζουμε από μικρές ηλικίες».
---Ποιο είναι το μεγάλο σου όραμα για τα επόμενα χρόνια;
«Οι Παραολυμπιακοί αγώνες του 2028 στο Λος Άντζελες. Και βέβαια στόχος είναι πάντα το χρυσό μετάλλιο».









